Παλιές ποικιλίες σιταριού στην Ελλάδα

Παλιές ποικιλίες σιταριού στην Ελλάδα
20 Μαΐου 00:00 2020 Print This Article
Οι ανάγκες των βιοκαλλιεργητών να επιτύχουν ποιοτικά προϊόντα με ταυτόχρονη καλή, σταθερή απόδοση και χαμηλό κόστος, τους ώθησε στην αγωνιώδη προσπάθεια αναζήτησης ειδών και ποικιλιών προσαρμοσμένων στις τοπικές συνθήκες παραγωγής και ανθεκτικών σε βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανάδειξη της σπουδαιότητας της διατήρησης και χρήσης ντόπιων ποικιλιών, παραδοσιακών – αλλά «ξεχασμένων» πια καλλιεργειών (π.χ σουσάμι) όπως και της εμπειρικής γνώσης που τα συνοδεύει (τρόπος καλλιέργειας, χρήσης). Γεγονός όμως είναι ότι οι βιοκαλλιεργητές αδυνατούν να βρουν κατάλληλες ποικιλίες για βιολογική παραγωγή αλλά και ιδιαίτερα σπόρο από επιθυμητές παλιές ποικιλίες ή παραδοσιακές καλλιέργειες (λαθούρι, ρόβι κ.ά.) με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν συμβατικές ποικιλίες ή εισαγόμενο σπόρο. Επιπλέον, από το 2004 μπήκε ακόμη ένας περιορισμός με βάση τον κανονισμό 1452/2003 που επιβάλλει, με πολλές προς το παρόν παρεκκλίσεις να χρησιμοποιείται στη βιολογική γεωργία βιολογικά παραγόμενος σπόρος.
Η βελτίωση στη βιολογική γεωργία τώρα αρχίζει να αναπτύσσεται συστηματικά με σκοπό τη δημιουργία ποικιλιών με υψηλή θρεπτική αξία και γεύση, την ενίσχυση της σποροπαραγωγικής προοπτικής, την αυτορυθμιστική ικανότητα του συστήματος βιολογικής παραγωγής και την αύξηση της βιοποικιλότητας.
Ειδικότερα για το σιτάρι υποστηρίζεται, στα σύγχρονα προγράμματα οργανικής βελτίωσης, ‘ιδεότυπος’ σύμφωνα με τον οποίο ποικιλίες σταριού κατάλληλες για βιολογική γεωργία πρέπει:
– Να προσαρμόζονται στην οργανική λίπανση και στις μειωμένες εισροές
– Να έχουν καλή αντοχή στις ασθένειες και ανταγωνιστική ικανότητα σε ότι αφορά τα ζιζάνια
– Να μπορούν να μπουν εύκολα σε προγράμματα αμειψισποράς
– Να έχουν γρήγορη πρώιμη ανάπτυξη και πρωιμότητα
– Να έχουν καλό ριζικό σύστημα, μακρύ καλάμι, μεγάλη απόσταση κολεού φύλλου σημαίας και όχι συμπαγές στάχυ
– Να έχουν καλή ποιότητα, γεύση και να ανταποκρίνονται στις διατροφικές απαιτήσεις των καταναλωτών.
Τέλος, ενώ η απόδοση παραμένει για την βιολογική γεωργία ένα πολύ σημαντικό στοιχείο, θεωρείται όμως πολύ σημαντικότερη η ικανότητα των αγροοικοσυστημάτων να αυτορυθμίζονται και να αυτοσυντηρούνται μέσα από χαμηλές εισροές και πρακτικές πρόληψης. Σ΄αυτό αναμένεται να παίξουν σοβαρό ρόλο ποικιλίες προσαρμοσμένες στο βιολογικό τρόπο παραγωγής, που προάγουν τη σταθερότητα του συστήματος αλλά και την σταθερότητα στην απόδοση.
Ντόπιες ποικιλίες.
Οι ποικιλίες αυτές, είναι κατά κανόνα προσαρμοσμένες σε καλλιεργητικά συστήματα μειωμένων εισροών και υπερέχουν ως προς την ποιότητα (κατά κανόνα αρνητική γενετική συσχέτιση ποιότητας και ποσότητας), η οποία γενικώς θυσιάστηκε στο βωμό των υψηλών αποδόσεων. Οι παλαιές ποικιλίες, π.χ σιτηρών, αποδείχθηκαν ότι είναι πιο ανθεκτικές και στους φωτοχημικούς ρύπους, όπως όζον κ.ά. Εξάλλου, έμπειροι βιοκαλλιεργητές καταθέτουν ότι αντιμετωπίζουν περιορισμένα προβλήματα φυτοπροστασίας με την ευρύτερη βιοποικιλότητα (χρήση περισσότερων ποικιλιών) σε μία περιοχή. Τέλος οι παραδοσιακές ποικιλίες είναι σπουδαίο εργαλείο – απάντηση στα χέρια των βιοκαλλιεργητών στις ποικιλίες της Γενετικής Μηχανικής των πολυεθνικών σπόρων από τις οποίες απειλούνται και δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν ποτέ. H νομοθεσία όμως δεν επιτρέπει την καλλιέργεια «ντόπιων», παραδοσιακών κλπ. ποικιλιών που δεν είναι γραμμένες στον Εθνικό κατάλογο ή Κοινοτικό κατάλογο, με αποτέλεσμα να μη υπάρχει επίσημη σποροπαραγωγή για τις ποικιλίες αυτές και οι παραγωγοί να μη δικαιούνται επιδοτήσεων (π.χ σκληρό σιτάρι).
Η λήμνος, διαλογή από ντόπιο πληθυσμό, είναι ή ποικιλία, πού καλλιεργείται σήμερα περισσότερο. Αντέχει στο κρύο και την κόκκινη σκωρίαση, όχι όμως και στη μαύρη σκωρίαση ή την ξέρα στη κριτική της περίοδο. Σήμερα σπέρνεται σε περισσότερα από 700 χιλιάδες στρέμματα στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Θράκη.
Το μαυραγάνι, με άσπρο στάχυ και μαύρα άγανα, βρίσκεται σχεδόν παντού, κυρίως στα νοτιότερα μέρη (Κρήτη, Αργολίδα κλπ). Πιάνει περί τις 400 χιλ. στρέμματα και αντέχει στην ξέρα και τη σκωρίαση, δεν φαίνεται όμως να είναι πολύ προσοδοφόρο.
Την ίδια περίπου διάδοση παρουσιάζει και η ερέτρεια, με μεγάλες δυνατότητες να διαδοθεί περισσότερο.
Το κοντούζι (Λάρισα, Γιανιτσά) είναι ποικιλία πολύ ανακατωμένη.
Το μονολόγι αντέχει στη ξέρα και τη φτώχεια του εδάφους, γι’ αυτό σπέρνεται στην Άττικοβοιωτία και την Εύβοια, όμως προσβάλλεται από τη τερηδόνα (Tilletia).Άλλες ποικιλίες με μικρότερη σημασία είναι οί έξης:σενατόρε καπέλι, που εισήχθηκε από την Ιταλία.
Ντεβές, με μεγάλη άλλοτε διάδοση στις πεδιάδες της βορειοανατολικής Ελλάδας. Δεν αντέχει στην υγρασία, ούτε στο κρύο, επίσης πλαγιάζει εύκολα και υποφέρει από το λίβα και τις σκωριάσεις.
Ο ρουσσιάς παρουσιάζει αντοχή στο κρύο και την ξηρασία. Καλλιεργείται στην Ήπειρο χωρίς να δίνει ικανοποιητική απόδοση. Επίσης το τριμήνι, το αρναούτι, ο τούνους, η καμπούρα κλπ.Τ. turgidumΤο ασπρόσταρο, που αντέχει στο κρύο, σπέρνεται στην Ήπειρο.
Το ραψάνι, με στάχυ κόκκινο και μαύρα άγανα, καλλιεργούταν αρκετά όπου περίπου και ο ντέβες, σε υγρά χωράφια. Αντέχει στο κρύο, την υγρασία και τις σκωριάσεις, γι’ αυτό και οι αποδόσεις του είναι συνήθως πολύ καλές.
Ο μαυροθέρης (κόκκινο στάχυ με άγανα μαύρα) αντέχει στην ξέρα.Τ. polonicumΗ μόνη ποικιλία, που καλλιεργείται, είναι ο λεβέντης (Ηλεία, Ζάκυνθο και Κρήτη). Έχει μαύρα άγανα και δεν αντέχει καθόλου στο κρύο, ούτε και στην ξηρασία. Η γεωργική του άξια είναι πολύ μικρή.Τ. vulgareΑπό το σιτάρι το κοινό ή ποικιλία με την πιο μεγάλη διάδοση είναι σήμερα η Ιταλική μεντάνα, που καλλιεργείται σε 1/2 περίπου εκατομμύριο στρέμματα. Αντέχει στο πλάγιασμα και είναι πολύ παραγωγική, προσβάλλεται όμως από την κόκκινη σκωρίαση, μόλο πού στην αρχή τη συνιστούσαν για ανθεκτική.
Άλλη, Ιταλική επίσης ποικιλία, πού έχει αρκετή διάδοση στη Θεσσαλία (πάνω από 400.000 στρέμματα), είναι η κουαντέρνα. Δεν φαίνεται να αποδίδει όσο ή μεντάνα. Το ξυλόκαστρο είναι διαλογή από ντόπιους σπόρους και ευδοκιμεί στη Στερεά και Νότια Ελλάδα, σήμερα σπέρνεται σε 300.000 περίπου στρέμματα.
Η ποικιλία γκρίνιας και τσουγκριάς, που καλλιεργούνται επίσης αρκετά, αντέχουν στο κρύο, ενώ ή αυστραλιανή κανβέρρα εξακολουθεί να σπέρνεται σε χωράφια αρμυρά, αμμώδη και στραγγερά.
Η κατρανίτσα καλλιεργείται στη Δυτική Μακεδονία. Αντέχει θαυμάσια στο κρύο, είναι όμως όψιμη και υποφέρει από την ξέρα, δεν πρέπει να σπέρνεται την άνοιξη, γιατί σαν πραγματικά χειμωνιάτικη δεν ξεσταχυάζει.
Ο κουτρουλιάς, μεγάλης επίσης αντοχής στο κρύο, καλλιεργείται σε όλες τις ορεινές περιοχές στη Δυτική Μακεδονία, τη Στερεά, την Ήπειρο και την Πελοπόννησο, θα μπορούσε να αντικατασταθεί με την Ιταλική Rieti, που αποδείχθηκε πολύ αποδοτική στη Δυτική Μακεδονία, όπου κάνει πολύ κρύο
Γενικώς, απουσιάζει ένας Οργανωμένος Φορέας για τη διατήρηση-σποροπαραγωγή αυτών των ποικιλιών.
Οργάνωση ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ – Πρόγραμμα Διατήρησης και Αξιολόγησης για την Οικολογική Γεωργία Παραδοσιακών Ποικιλιών Σιταριού.
 
Η πρωτοβουλία που αναπτύσσει τον τελευταίο καιρό η οργάνωση ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ έχει βασικό στόχο αφ’ ενός την διατήρηση και διάσωση ντόπιων ποικιλιών σιταριού και αφ’ ετέρου την επαναεισαγωγή τους στην καλλιέργεια και καθημερινή γεωργική πρακτική ως σημαντικού εγχειρήματος διατήρησής τους (on farm conservation). Η πρωτοβουλία αυτή είχε εξ αρχής κύριους αποδέκτες την κοινότητα των βιοκαλλιεργητών οι οποίοι μέσα από την ίδια την καθημερινή αναγκαιότητα για την αναζήτηση κατάλληλων και προσαρμοσμένων ποικιλιών έγιναν κύριοι υποστηρικτές των ντόπιων ποικιλιών και αποτελούν τον κύριο κορμό της οργάνωσής μας.
Η οργάνωση τα τελευταία έτη (2002-2004) σε συνεργασία με την Τράπεζα Γενετικού Υλικού και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και στα πλαίσια επιστημονικής έρευνας αναπολλαπλασίασε 38 εγχώριους αβελτίωτους πληθυσμούς μαλακού και σκληρού σταριού σε συνθήκες βιολογικής καλλιέργειας. Επίσης αξιολόγησε σε συγκριτικά πειράματα στο Δίλοφο Φαρσάλων την αγρονομική συμπεριφορά παραδοσιακών και νεότερων ποικιλιών σε συνθήκες βιολογικής και συμβατικής παραγωγής.
Από τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας προέκυψε ότι η βιολογική καλλιεργητική πρακτική και ιδιαίτερα η αμειψισπορά διατήρησε και βελτίωσε τη γονιμότητα του εδάφους και επιπλέον έκανε μη αναγκαία την εφαρμογή εξωτερικής λίπανσης και ζιζανιοκτονίας, μειώνοντας έτσι σημαντικά το κόστος παραγωγής. Από την άλλη οι εισροές (λίπανση, ζιζανιοκτονία) στο συμβατικό αγρό, αύξησαν την ομοιομορφία των φυτών καθώς και την παραγωγή σε σπόρο 10%, έναντι του βιολογικού αγρού.
Οι παραδοσιακές ποικιλίες σκληρού σίτου, γενικά, απέδωσαν περισσότερο και στα δύο συστήματα παραγωγής από τις σύγχρονες αντίστοιχες ποικιλίες, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελούν πολύτιμη πηγή γενετικού πλούτου για την γεωργία της Μεσογείου.

Οι ποικιλίες που χάνονται

Όπως υποστηρίζουν οι επιστήμονες, “εκατομμύρια άνθρωποι έχουν τραφεί από τις μεγαλύτερες σοδειές που προέκυψαν, όταν οι αγρότες στράφηκαν στις νέες ποικιλίες της πράσινης επανάστασης”. Αλλά τι απέγιναν όλες εκείνες οι ποικιλίες που οι αγρότες καλλιεργούσαν πριν από την λεγόμενη «πράσινη επανάσταση»;

κριθάριΕίμαστε μάρτυρες ενός βοτανικού ολοκαυτώματος. Μια ποικιλία ονομαζόμενη IR-36 απλώνεται σήμερα σε πάνω από το 60% της γης που επενδύει στο ρύζι στη Ν.Α. Ασία, όπου μόλις λίγα χρόνια πριν, εύκολα εύρισκες ποικιλίες που καλλιεργούνταν για αιώνες από τους αγρότες. Μια άλλη ποικιλία, η IR-8 κυριαρχεί από το κρύο της Ταϊβάν έως τη ζέστη του Μπενίνι, εκεί όπου μέχρι πριν λίγα μόνο χρόνια μεγάλωναν 30.000 είδη ρυζιού. Οι Ινδοί γεωπόνοι περιμένουν πως μια δωδεκάδα ποικιλιών θα καταλάβουν τα 3/4 του καλλιεργούμενου εδάφους.

Το ζαχαρότευτλο Detroit Globe Beet, που εισήγαγε στην Τουρκία κάποια γερμανική εταιρεία προξένησε την εξαφάνιση της γενετικής δεξαμενής της Εγγύς Ανατολής. Πεπόνια και αγγούρια που εισήχθησαν από αμερικανικές εταιρείες στην Αφρική, αντικατέστησαν σχεδόν ολοκληρωτικά τις τοπικές ποικιλίες…Στην παγκόσμια αγροτική σκηνή διαδραματίζεται ένα τεράστιο και επικίνδυνο φαινόμενο ισοπέδωσης.

Το 30% του σταριού σε όλο τον κόσμο προέρχεται από έναν γονέα και το 70% από έξη γονείς. Και όμως, στην Ελλάδα μόνο, καλλιεργούνταν μέχρι πρόσφατα 111 ντόπιες ποικιλίες και πληθυσμοί μαλακού σιταριού, 139 ντόπιες ποικιλίες και πληθυσμοί σκληρού, 99 ντόπιες ποικιλίες και πληθυσμοί κριθαριού, 294 καλαμποκιού και 39 ντόπιες ποικιλίες και πληθυσμοί βρώμης!

Οι χαμένες ποικιλίες έχον κάποια φυσικά χαρακτηριστικά που είναι ανεκτίμητα. Π.χ. εάν εμφανιστεί ξαφνικά μια νέα ασθένεια, μπορεί να καταστρέψει όλη την παραγωγή μιας χώρας μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Κάποιες από τις παραδοσιακές ποικιλίες θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν καλύτερα στις δύσκολες συνθήκες. Ίσως επίσης να είναι ανεκτίμητες για τη δημιουργία κάποιας μελλοντικής επανάστασης στις σοδειές. Ακόμη δίνουν την ελευθερία στον άνθρωπο αγρότη-καλλιεργητή. Αυτή η απώλεια στη βιοποικιλότητα αποτελεί εξίσου σοβαρό πρόβλημα για έναν μικρό αγρότη, ένα διεθνές κέντρο ή μια μεγάλη εταιρεία σπόρων.

Το ζήτημα της βιοποικιλότητας

wheatΓενετικοί σπόροι (φυτά – ζώα) τα οποία χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για παραγωγικές ή άλλες διαδικασίες (γεωργία, βιοτεχνολογία) υπέστησαν γενετική διάβρωση τις τελευταίες δεκαετίες μέσω της εντατικής και χρησιμοθηρικής γενετικής βελτίωσής τους. Σκοπός αυτής της βελτίωσης ήταν η μονομερής αύξηση της παραγωγικότητας εις βάρος άλλων ποιοτικών χαρακτηριστικών.

Αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής ήταν να υποστούμε όλες τις συνέπειες εξαιτίας της μείωσης της βιοποικιλότητας:

  • Στη γεωργική πράξη χρησιμοποιούνται όχι μόνο συγκεκριμένα είδη φυτών αλλά και συγκεκριμένες παραλλαγές κάποιων φυτών για τη διατροφή μας (στενή γενετική βάση). Εξαιτίας του γεγονότος αυτού τα σύγχρονα οικοσυστήματα αδυνατούν να ανταποκριθούν στις σημερινές απαιτήσεις χωρίς την υπερεντατική παρακολούθηση και εφοδιασμό με αγροχημικά. Εμφανής είναι ο κίνδυνος ολοκληρωτικού αφανισμού χωρίς την πλούσια γενετική βάση των άγριων και γηγενών πληθυσμών.
  • Ο συγκεκριμένος τύπος εξουσίας που επιβάλλουν οι πολυεθνικές εταιρείες ελέγχοντας την διατροφή μας και μονοπωλώντας τη μεθόδευση της παραγωγής και την εκμετάλλευση πανανθρώπινων γενετικών πόρων, έχει ανυπολόγιστες κοινωνικού και οικονομικού περιεχόμενου συνέπειες.
  • Η εκμετάλλευση του γενετικού πλούτου στις τρίτες χώρες του Νότου από τον Βορρά διαιωνίζει το επισιτιστικό τους πρόβλημα. Η πράσινη επανάσταση τελικά αύξησε το μέγεθος της εξάρτησης από τα μονοπώλια υψηλής τεχνολογίας και αποπροσανατόλισε τις χώρες αυτές από το μοντέλο αυτοσυντήρησης.

Το ζήτημα της πατέντας – κινήσεις πολιτών και γεωργών
Διατήρηση της βιοποικιλότητας στον αγρό (in situ conseration)

Το ζήτημα της διαχείρισης και εκμετάλλευσης του πλούτου των γενετικών πόρων, αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν λάβουμε υπόψη μας το εξής: Πολυεθνικές εταιρείες – μονοπώλια σπόρων κατάφεραν διεθνώς να προσαρμόσουν τη νομοθεσία στα μέτρα τους. Στις εταιρείες αυτές δίνεται το αποκλειστικό δικαίωμα για 20-30 χρόνια να εκμεταλλευτούν εμπορικά τους σπόρους και να καθορίζουν τις συνθήκες πώλησής τους. Εξάλλου η Ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν επιτρέπει παρά μόνο τη διακίνηση σπόρων ποικιλιών που αναγράφονται στον κοινό Ευρωπαϊκό Κατάλογο και έχουν πατενταριστεί. Τελικά η διαχείριση του παγκόσμιου γενετικού πλούτου πέρασε αθόρυβα στο εμπορικό τραπέζι εμπόρων-κυβερνήσεων-ερευνητών, αφήνοντας απέξω τον πιο γνήσιο δικαιούχο, τον απλό γεωργό.

Τη σπουδαιότητα της διατήρησης και εξέλιξης του γενετικού πλούτου στον τόπο που υπάρχει, έχουν επισημάνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια με την προσπάθειά τους μεμονωμένοι απλοί γεωργοί (ή πολίτες) ή οργανώσεις όπως η GRAIN (Ισπανία) RAFI (Καναδάς) AUSTRALIAN SEED SAVERS NETWORK (Αυστραλία) κ.ά. και έχουν τοποθετηθεί ενεργά και σαφέστατα απέναντι στη συνεχή διάβρωση και τη μονομερή διαχείριση των γενετικών πόρων.

σόργοΟι οργανώσεις αυτές μέσα από την πολύ ουσιαστική δράση τους (συλλογή, διατήρηση και ανταλλαγή γενετικού υλικού μεταξύ απλών καλλιεργητών) έχουν οργανωθεί παγκοσμίως σε δίκτυα μαζί με άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις. Τα δίκτυα αυτά πιέζουν τις κυβερνήσεις τους να προσαρμόσουν ευνοϊκά τις πολιτικές τους απέναντι στην εναπομείνασα βιοποικιλότητα του πλανήτη και προτείνουν κοινή δράση κρατικών και μη οργανώσεων, ιδρυμάτων, γεωργών και απλών πολιτών και κοινή συμμετοχή στις ωφέλειες από τη διατήρηση της πολυπλοκότητας του οικοσυστήματος.

Εναλλακτική κοινότητα Πελίτι

Η Εναλλακτική κοινότητα Πελίτι εδρεύει σήμερα στο Μεσοχώρι Παρανεστίου του νομού Δράμας. Το Πελίτι “φύτρωσε” την άνοιξη του 1995 στο Δασωτό νομού Δράμας, από τον Παναγιώτη Σαϊνατούδη, σημερινό συντονιστή των δράσεών του. Σήμερα είναι μία από τις σημαντικότερες μη κυβερνητικές οργανώσεις στην Ελλάδα, στο θέμα της συλλογής, διάδοσης και διάσωσης των ντόπιων ποικιλιών. Επίσης ασχολείται και με την καταγραφή των αυτοχθόνων αγροτικών ζώων.

Τα πρώτα χρόνια δόθηκε βαρύτητα στη συλλογή των ποικιλιών. Το αποτέλεσμα ήταν να φτιαχτεί μια τεράστια συλλογή που ήταν δύσκολο να συντηρηθεί. Σήμερα κρατιούνται όσοι σπόροι μπορούν να καλλιεργηθούν. Ο καλύτερος τρόπος είναι οι ποικιλίες να διατηρούνται ζωντανές. Κατά προτίμηση στην περιοχή όπου βρίσκονται. Γι’ αυτό εργαζόμαστε από το 2000 περισσότερο στα “Κατά τόπους αγροκτήματα“.

Τα “κατά τόπους αγροκτήματα” είναι ένας χάρτης που καταγράφει τα ονόματα των καλλιεργητών και των κτηνοτρόφων, την περιοχή που δραστηριοποιούνται, το τηλέφωνό τους, την καλλιεργούμενη ποικιλία ή την εκτρεφόμενη φυλή. Τα “Κατά τόπους αγροκτήματα” είναι μια δράση του Πελίτι, με σκοπό την ενεργή συμμετοχή περισσότερων καλλιεργητών και πολιτών, στο θέμα της διατήρησης και διάδοσης των ντόπιων ποικιλιών και των αυτοχθόνων αγροτικών ζώων.

Το Πελίτι διοργανώνει κάθε χρόνο πολλές ομιλίες για τις ντόπιες ποικιλίες, την υγιεινή διατροφή σε συνεργασία με δήμους, συλλόγους και σχολεία. Επίσης, το Πελίτι όρισε την 7η Απριλίου ως μέρα αφιερωμένη στις ντόπιες ποικιλίες, κάθε χρόνο τη γιορτάζει σε συνεργασία με δημοτικά τα σχολεία και όχι μόνο. Έχει ξεκινήσει την προσπάθεια για την καθιέρωση της ως παγκόσμιας μέρας, για το 2005 ετοιμάζονται εκδηλώσεις στην Ινδία στην Αγγλία κ.α.

Πηγές:

– Εγχειρίδιο για τη συλλογή και την καλλιέργεια των ντόπιων ποικιλιών, Σέρρες 2001, έκδοση ΠΕΛΙΤΙ

– Κατά τόπους αγροκτήματα για τη διαφύλαξη τω

Print Friendly, PDF & Email
view more articles

About Article Author

write a comment

0 Comments

No Comments Yet!

You can be the one to start a conversation.

Add a Comment