Σύστημα πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης ελιάς
Η εξέλιξη στην , τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά την τάση για συστήματα πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης ελιάς.
Αρκετοί νέοι καλλιεργητές δοκιμάζουν πυκνές και υπέρπυκνες φυτεύσεις για τις ελιές, αντίστοιχες με αυτές που γίνονται σε άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης όπως στην Ιταλία και στην Ισπανία, καθώς και σε χώρες της βόρειας Αφρικής.
Στις παραδοσιακές φυτεύσεις ελιάς, η πυκνότητα φύτευσης είναι 10-20 δέντρα/ στρέμμα, στις πυκνές φυτεύσεις συναντάμε 30-60 δέντρα, ενώ στις υπέρπυκνες η πυκνότητα φύτευσης φτάνει τα 100-200 δέντρα το στρέμμα.
Ο βασικός λόγος επιλογής των συστημάτων πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης θεωρείται η ταχεία είσοδο σε παραγωγή και η αυξημένη οικονομική απόδοση της καλλιέργειας της ελιάς.
Είναι όμως τόσο απλό; Αξίζει να προχωρήσουμε σε αυτά τα συστήματα και να εγκαταλείψουμε τα παραδοσιακά συστήματα καλλιέργειας της ελιάς με τις μεγαλύτερες αποστάσεις φύτευσης;
Τα συγκεκριμένα συστήματα φύτευσης διαθέτουν θετικά σημεία, αλλά και αρκετές ιδιαιτερότητες που είναι σημαντικό να γνωρίζουμε καθώς και τι απαιτήσεις επένδυσης προϋποθέτουν.
Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης ελιάς, καθώς και χρήσιμες πληροφορίες για τον τρόπο καλλιέργειας σε αυτά τα συστήματα.
Οι πυκνές φυτεύσεις διαθέτουν βασικά πλεονεκτήματα για τους καλλιεργητές της ελιάς που θέλουν να προχωρήσουν σε καλλιέργειες υψηλής έντασης και υψηλής επένδυσης.
Η καλλιέργεια της πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης για την έχει αρκετές απαιτήσεις και ιδιαιτερότητες που θα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζουν οι ελαιοκαλλιεργητές πριν αποφασίσουν αυτά τα συστήματα.
Για το πυκνό και υπέρπυκνο σύστημα φύτευσης ελιάς, επιλέγονται ποικιλίες που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ώστε να προσαρμόζονται στις συνθήκες υψηλής πυκνότητας.
Οι βασικές προϋποθέσεις για τις ποικιλίες είναι να έχουν ορθόκλαδη ανάπτυξη, υψηλή παραγωγικότητα από νεαρή ηλικία, να έχουν αντοχή στο κλάδεμα και να επιδέχονται μηχανική συγκομιδή.
Οι ποικιλίες ελαιοποιήσιμης ελιάς που προτείνονται για πυκνή φύτευση είναι οι εξής:
Η πυκνότητα σε πυκνά και υπέρπυκνα συστήματα λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες όπως τον τύπο του εδάφους, τη διαθεσιμότητα νερού, το σύστημα άρδευσης καθώς και τις δυνατότητες μηχανικής συγκομιδής.
α) Πυκνά συστήματα φύτευσης: Στα πυκνά συστήματα φύτευσης οι συνήθεις μπορεί να είναι 4, 5, 6 μέτρα μεταξύ των θέσεων φύτευσης και 5,6 μέτρα μεταξύ των γραμμών φύτευσης. Ενδεικτικά, σε ένα πυκνό σύστημα φύτευσης 5×5, δηλαδή 5 μεταξύ των θέσεων φύτευσης και 5 μέτρα μεταξύ των γραμμών φύτευσης, ο αριθμός των ελαιόδεντρων είναι περίπου 40 δέντρα / στρέμμα.
β) Υπέρπυκνα συστήματα φύτευσης: Στα υπέρπυκνα συστήματα φύτευσης συνηθίζεται η φύτευση 2-3 μέτρα μεταξύ των θέσεων φύτευσης στη γραμμή και 3,4,5 μέτρα μεταξύ των γραμμών φύτευσης. Ενδεικτικά, σε ένα υπέρπυκνο σύστημα φύτευσης 2×4, δηλαδή 2 μέτρα μεταξύ των θέσεων φύτευσης στη γραμμή 4 μεταξύ των γραμμών φύτευσης, ο αριθμός των ελαιόδεντρων είναι περίπου 130 δέντρα/στρέμμα.
Στο σύστημα πυκνής φύτευσης, το πότισμα είναι απαραίτητο για τη διατήρηση υψηλής παραγωγής και καλής ποιότητας λαδιού.
Χρησιμοποιείται κυρίως πότισμα με σταγόνες, με 1-2 γραμμές ανά σειρά δέντρων και 2-4 σταλάκτες ανά δέντρο, στα 2-8 λίτρα/ώρα, ανάλογα με το έδαφος και τις κλιματολογικές συνθήκες.
Τα ποτίσματα γίνονται συχνότερα το καλοκαίρι για να αντιμετωπιστούν οι ξηροθερμικές συνθήκες του καλοκαιριού, ενώ μειώνονται την άνοιξη και το φθινόπωρο.
Ενδεικτικά, η συνολική ετήσια κατανάλωση νερού κυμαίνεται από 300-600 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα, ανάλογα με τον τύπο του εδάφους και τις κλιματικές συνθήκες της καλλιεργούμενης περιοχής.
Στο σύστημα πυκνής φύτευσης, η πρέπει να είναι ισορροπημένη και προσαρμοσμένη στις αυξημένες απαιτήσεις των δέντρων λόγω της υψηλής παραγωγής.
Εφαρμόζεται κυρίως μέσω υδρολίπανσης σε αρδευόμενες καλλιέργειες, παρέχοντας , και σε διαφορετικές αναλογίες ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης.
Το άζωτο χορηγείται σταδιακά από την άνοιξη έως τα μέσα καλοκαιριού για προώθηση της βλάστησης, ενώ το κάλιο εφαρμόζεται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο για αύξηση της παραγωγής και βελτίωσης της ποιότητας του λαδιού.
Επιπλέον, εφαρμόζονται βιοδιεγέρτες και όπως το και ο για ενίσχυση της και της αντοχής σε συνθήκες ξηρασίας.
Η ακριβής δοσολογία στις εφαρμογές των διαφυλλικών λιπασμάτων καθορίζεται βάσει των εδαφολογικών και φυλλοδιαγνωστικών αναλύσεων.
Στο σύστημα πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης, το κλάδεμα είναι μηχανικό ή ελαφρύ χειρωνακτικό, ώστε να διατηρείται η ισορροπία μεταξύ βλάστησης και παραγωγής.
Το σχήμα διαμόρφωσης είναι συνήθως κύπελλο στα πυκνά συστήματα και ελεύθερη παλμέτα στα υπέρπυκνα συστήματα, επιτρέποντας καλύτερη έκθεση στο φως και διευκόλυνση της μηχανικής συγκομιδής.
Τα πρώτα χρόνια γίνεται διαμορφωτικό κλάδεμα, ενώ στην πλήρη παραγωγή, εφαρμόζεται ελαφρύ καρποφορίας κλάδεμα κάθε χρόνο, αφαιρώντας εσωτερικούς λαίμαργους και εξασθενημένους κλάδους.
Κάθε 3-4 χρόνια μπορεί να γίνεται κλάδεμα ανανέωσης για αποφυγή υπερβολικής πυκνότητας της βλάστησης που ευνοεί την προσβολή από ασθένειες και έντομα.
Στο σύστημα πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης, η προστασία των ελαιόδεντρων από έντομα και ασθένειες απαιτεί συνδυασμένη στρατηγική με προληπτικά και θεραπευτικά μέτρα.
Η ολοκληρωμένη διαχείριση της καλλιέργειας περιλαμβάνει τη χρήση ανθεκτικών ποικιλιών, την καλή αερισμό των δέντρων μέσω κατάλληλου κλαδέματος και την ελεγχόμενη άρδευσης και λίπανσης για αποφυγή υπερβολικής υγρασίας που ευνοεί μυκητολογικές ασθένειες και έντομα.
Για την προστασία από τα έντομα, γίνεται χρήση παγίδων μαζικής παγίδευσης καθώς και εφαρμογή βιολογικών σκευασμάτων και εντομοκτόνων αν ξεπεραστούν τα οικονομικά όρια ζημιάς.
Για την προστασία από μυκητολογικές ασθένειες όπως το αλλά και την ψεκάζουμε με το φθινόπωρο και την άνοιξη.
Η τελική επιλογή για σύστημα πυκνής ή υπέρπυκνης φύτευσης εξαρτάται από το έδαφος, την ποικιλία, τη διαθεσιμότητα νερού και τη δυνατότητα μηχανοποίησης της συγκομιδής.